ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΕΠΕΙΓΟΥΣΑΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Στα πλαίσια της ευθύνης που αισθανόμαστε απέναντι στον ασθενή και στον κλινικό ιατρό που χρειάζεται επείγουσες εργαστηριακές εξετάσεις για διαφοροδιαγνωστικούς λόγους έχουμε στη ρουτίνα του εργαστηρίου μας τρείς σημαντικές επείγουσες εξετάσεις,

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΕΜΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ:

ΤΡΟΠΟΝΙΝΗ Ι ΥΨΗΛΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ (TROPΟNIN HIGH SENSITIVE)

Χρόνος απάντησης μισή ώρα μετά την αιμοληψία.

Ο προσδιορισμός της τροπονίνης Ι στο αίμα, χρησιμοποιείται για τη διάγνωση ή τον αποκλεισμό του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:

Η τροπονίνη είναι ένα πρωτεϊνικό σύμπλεγμα που ρυθμίζει τη σύσπαση των γραμμωτών μυών. Αποτελείται από 3 υπομονάδες (C, T και I) που βρίσκονται περιοδικά κατά μήκος των μυϊκών ινιδίων. Η τροπονίνη Ι υπάρχει σε 3 ισομορφές: του καρδιακού μυ, των σκελετικών μυών βραδείας σύσπασης και των σκελετικών μυών ταχείας σύσπασης. Η καρδιακή ισομορφή της τροπονίνης Ι (cTnI) είναι διαφορετική από τις δυο άλλες ισομορφές, γεγονός που επιτρέπει την ανάπτυξη ειδικών μεθόδων για την ανίχνευσή της. Αυτή η εξειδίκευση βελτιώνει την ακρίβεια της διάγνωσης σε ασθενείς με οξεία ή χρόνια βλάβη των σκελετικών μυών και πιθανή ταυτόχρονη βλάβη του μυοκαρδίου.

Η τροπονίνη Ι απελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος μέσα σε λίγες ώρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή της ισχαιμικής βλάβης. Η τροπονίνη Ι μπορεί να ανιχνευθεί από 3 έως 6 ώρες μετά την έναρξη του θωρακικού πόνου, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις να εμφανίζονται στις 12 έως 16 ώρες και παραμένει αυξημένη για 5 έως 9 ημέρες. Στο εργαστήριο μας χρησιμοποιούμε την μέτρηση της Τροπονίνης Ι υψηλής ευαισθησίας που μπορεί να ανιχνεύσει πολύ χαμηλά επίπεδα τροπονίνης και  μπορεί γρήγορα μέσα σε 2ώρες, και με ασφάλεια να αποκλείσει ή να επιβεβαιώσει τη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου.

 

ΚΡΕΑΤΙΝIKH ΚΙΝΑΣΗ – ΜΒ (CK-MB)

Χρόνος απάντησης μισή ώρα μετά την αιμοληψία.

Η κινάση της κρεατίνης (ή κινάση της φωσφοκρεατίνης, CK ή CPK) είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται στους γραμμωτούς και στον καρδιακό μυϊκό ιστό και σε μικρότερες ποσότητες στον εγκέφαλο και αντανακλά τον καταβολισμό των ιστών ως αποτέλεσμα κυτταρικού τραυματισμού. Η κινάση της κρεατίνης καταλύει το μεταβολισμό της κρεατίνης σε κρεατινίνη.

Η εξέταση πραγματοποιείται για την ανίχνευση βλαβών του μυοκαρδίου που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του καταβολισμού των ιστών στην περιοχή αυτή. Η συγκεκριμένη εξέταση, μετράει τη CK-MB η οποία βρίσκεται κυρίως στον καρδιακό μυ, αλλά επίσης και στη γλώσσα, το διάφραγμα και ελάχιστη ποσότητα στους σκελετικούς μύες.

Σε ασθενείς με υποψία για οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, η εξέταση CK-MB από μόνη της μπορεί να αποκαλύψει περισσότερες πληροφορίες από τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης της ολικής κινάσης της κρεατίνης, που μπορεί αρχικά να μην εμφανίζει αύξηση. Η μέτρηση της CK-MB σε 9 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων παρέχει ακριβή κλινική αξιολόγηση στο 99% των περιπτώσεων εμφράγματος του μυοκαρδίου.

 

ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΙΚΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ:

 

Δ-ΔΙΜΕΡΉ (D-DIMERS)

Χρόνος απάντησης μισή ώρα μετά την αιμοληψία.

Κλινική χρησιμότητα:

Για   τον αποκλεισμό θρομβοεμβολικών συμβαμάτων, όπως η πνευμονική εμβολή (PE), η εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση ή διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη (DIC), καθώς παρουσιάζει υψηλή αρνητική προγνωστική αξία (NPV)  επί περιστατικών με χαμηλή ή μέτρια κλινική πιθανότητα για PE ή DVT. Ως εκ τούτου ένα αρνητικό αποτέλεσμα πρακτικά αποκλείει την τη θρόμβωση ενώ ένα θετικό αποτέλεσμα μπορεί να υποδεικνύει θρόμβωση αλλά δεν αποκλείει άλλες πιθανές αιτίες (ηπατική νόσος, υψηλός ρευματοειδής παράγων, φλεγμονή, κακοήθεια, τραύμα, εγκυμοσύνη, πρόσφατη χειρουργική επέμβαση, προχωρημένη ηλικία).

Ο συνδυασμός κλινικής αξιολόγησης με την εξέταση των D-DIMERS και συγκεκριμένες απεικονιστικές εξετάσεις επιτρέπουν ασφαλέστερη και πιο αποτελεσματική φροντίδα των ασθενών.

Τα D-DIMERS έχουν μεγαλύτερη ευαισθησία στη διάγνωση του Συνδρόμου Διάχυτης Ενδοαγγειακής Πήξης σε σύγκριση με τα FDPs (Προϊόντα Αποδόμησης Ινώδους), καθώς ανιχνεύουν τόσο την ύπαρξη πρόσφατα σχηματισμένου θρόμβου, όσο και την ταυτόχρονη αποδόμησή του.