Αναιμία – Τι σημαίνει να έχεις άδειες αποθήκες σιδήρου;

anaimia

Ο σίδηρος αποτελεί βασικό συστατικό της αιμοσφαιρίνης των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η αιμοσφαιρίνη έχει ως βασικό ρόλο να μεταφέρει οξυγόνο για την παραγωγή ενέργειας από τους πνεύμονες στο υπόλοιπο σώμα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως όταν ο σίδηρος βρίσκεται σε έλλειψη, το αίμα δεν μπορεί να κάνει σωστά τη δουλειά του.

Η σιδηροπενική αναιμία είναι η μειωμένη παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων λόγω των χαμηλών αποθεμάτων σιδήρου στο σώμα. Είναι η πιο κοινή διατροφική διαταραχή παγκοσμίως και ευθύνεται για περίπου το μισό των περιπτώσεων αναιμίας. Η σιδηροπενική αναιμία μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου, μειωμένη απορρόφηση σιδήρου, αυξημένες ανάγκες σε σίδηρο ή και αυξημένες απώλειες σιδήρου.

Τα συμπτώματα της σιδηροπενικής αναιμίας μπορεί να είναι κόπωση, αδυναμία, μειωμένες επιδόσεις, μειωμένη απόδοση των γνωστικών λειτουργιών, δυσκολία στη διατήρηση θερμοκρασίας σώματος, εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα και γλωσσίτιδα. 

Διάγνωση

Η διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας απαιτεί εργαστηριακά επιβεβαιωμένα στοιχεία αναιμίας, καθώς και χαμηλών αποθεμάτων σιδήρου. Η αναιμία ορίζεται ως επίπεδο αιμοσφαιρίνης ίσο με δύο τυπικές αποκλίσεις κάτω από το φυσιολογικό για την ηλικία και το φύλο.

Μια γενική εξέταση αίματος μπορεί να είναι χρήσιμη για τον προσδιορισμό του μέσου όγκου των ερυθρών αιμοσφαιρίων (MCV). Αν και η ανεπάρκεια σιδήρου είναι η πιο κοινή αιτία μικροκυτταρικής αναιμίας, έως και το 40%  των ασθενών με σιδηροπενική αναιμία θα έχουν νορμοκυτταρικά ερυθροκύτταρα. 95 μm3. Η έλλειψη σιδήρου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στη διαφορική διάγνωση, σε όλες τις περιπτώσεις αναιμίας, εκτός εάν ο μέσος όγκος ερυθρών είναι μεγαλύτερος από 95 μm3, επειδή αυτό το όριο έχει ευαισθησία 97,6 %.  Άλλες αιτίες μικροκυττάρωσης περιλαμβάνουν χρόνιες φλεγμονώδεις καταστάσεις, δηλητηρίαση από μόλυβδο, θαλασσαιμία και σιδηροβλαστική αναιμία.

Σε ασθενείς με αναιμία και μέσο όγκο ερυθρών μικρότερο από 95 μm3 θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα φερριτίνης ορού. Η φερριτίνη αντανακλά τα αποθέματα σιδήρου και είναι η πιο ακριβής εξέταση για τη διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας. Αν και τα επίπεδα κάτω από 15 ng/mL συνάδουν με τη διάγνωση της σιδηροπενικής αναιμίας, χρησιμοποιώντας ένα cut off στα 30 ng/mL  η ευαισθησία βελτιώνεται από το 25 στο 92%  και η ειδικότητα παραμένει υψηλή στο 98%.  Η φερριτίνη είναι επίσης μία πρωτεΐνη οξείας φάσης και μπορεί να είναι αυξημένη σε ασθενείς με χρόνια φλεγμονή ή λοίμωξη. Σε ασθενείς με χρόνια φλεγμονή, η σιδηροπενική αναιμία είναι πιθανή όταν το επίπεδο φερριτίνης είναι μικρότερο από 50 ng/mL. Τιμές φερριτίνης μεγαλύτερες ή ίσες με 100 ng/mL γενικά αποκλείουν τη σιδηροπενική αναιμία.

Σε ασθενείς χωρίς φλεγμονώδεις καταστάσεις και στους οποίους το επίπεδο φερριτίνης είναι ασαφές (31 έως 99 ng/mL), μπορούν να πραγματοποιηθούν περαιτέρω εξετάσεις για να επιβεβαιωθεί η κατάσταση του σιδήρου. Οι τιμές που συνάδουν με ανεπάρκεια σιδήρου είναι: χαμηλό επίπεδο σιδήρου στον ορό, χαμηλός κορεσμός τρανσφερρίνης και υψηλή ολική σιδηροδεσμευτική ικανότητα. Επιπλέον εξετάσεις (έλεγχος διαλυτού υποδοχέα τρανσφερίνης και πρωτοπορφυρίνης ερυθροκυττάρων ή βιοψία μυελού των οστών) μπορεί να χρειαστούν αν η διάγνωση  παραμένει ασαφής.

Έλεγχος

ΑΝΔΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΜΗΝΟΠΑΥΣΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Οι ασυμπτωματικοί άνδρες και οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες δεν πρέπει να ελέγχονται για σιδηροπενική αναιμία. Ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα αναιμίας και  θα πρέπει να αξιολογηθούν με γαστροσκόπηση και κολονοσκόπη αν διαγνωστούν με σιδηροπενική αναιμία.

ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗ

Συνίσταται έλεγχος ρουτίνας σε ασυμπτωματικές εγκύους για σιδηροπενική αναιμία και λήψη σιδηροθεραπείας εάν επιβεβαιωθεί η σιδηροπενική αναιμία. Οι καθορισμένες τιμές που συνάδουν με την αναιμία στην εγκυμοσύνη είναι επίπεδα αιμοσφαιρίνης μικρότερα από 11 g/dL στο πρώτο ή τρίτο τρίμηνο ή λιγότερο από 10,5 g/dL στο δεύτερο τρίμηνο. Έπίπεδα μητρικής αιμοσφαιρίνης μικρότερα από 6 g/dL έχουν συσχετιστεί με κακή έκβαση του εμβρύου, έως και εμβρυικό θάνατο.

ΠΑΙΔΙΑ

Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιάτρων συνιστά έλεγχο αιμοσφαιρίνης και αξιολόγηση  των παραγόντων κινδύνου για σιδηροπενική αναιμία σε όλα τα παιδιά ηλικίας ενός έτους. Παράγοντες κινδύνου είναι το χαμηλό βάρος γέννησης, ιστορικό προωρότητας, έκθεση σε μόλυβδο, αποκλειστικός θηλασμός μετά τους τέσσερις μήνες ζωής του βρέφους, και απογαλακτισμός σε πλήρες γάλα και συμπληρωματικές τροφές χωρίς τροφές εμπλουτισμένες με σίδηρο. Το CDC συνιστά τον έλεγχο παιδιών από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος ή νέους μετανάστες σε ηλικία 9 – 12 μηνών και εξέταση για πρόωρα και χαμηλού βάρους γέννησης βρέφη πριν από την ηλικία των 6 μηνών, εάν δεν τους δοθεί φόρμουλα γάλακτος ενισχυμένη με σίδηρο.

Αιτίες

Μόλις εντοπιστεί η σιδηροπενική αναιμία, στόχος είναι να προσδιοριστεί η υποκείμενη αιτιολογία. Οι αιτίες περιλαμβάνουν ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου, μειωμένη απορρόφηση σιδήρου, αυξημένες ανάγκες σιδήρου ή  και αυξημένη απώλεια σιδήρου.

Ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό και αφού ολοκληρωθούν οι απαραίτητες αιματολογικές εξετάσεις, αν δεν έχει εντοπιστεί η αιτία απώλειας σιδήρου, συστήνεται να γίνουν ενδοσκοπήσεις του ανώτερου και του κατώτερου γαστρεντερικού συστήματος και να αποκλειστεί η πιθανότητα παθολογικής αιμορραγίας από την κύστη. Αν δεν βρεθεί κάποια υποκείμενη αιτιολογία, θα χρειαστεί παρακολούθηση και επανάληψη των ενδοσκοπήσεων ή και τη χρήση κάψουλας.

ΑΙΤΙΕΣ ΣΙΔΗΡΟΠΕΝΙΚΗΣ ΑΝΑΙΜΙΑΣ
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ
Μη φυσιολογική αιμορραγία της μήτρας 20-30%
Μακροχρόνια χρήση ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ 10-15%
Κακοήθειες παχέως εντέρου 5-10%
Αγγειοδυσπλασία 5 %
Αιμοδοσία 5%
Κακοήθειες στομάχου 5%
Γαστρικό έλκος 5%
Κοιλιοκάκη 4-6 %
Γαστρεκτομή <5%
Λοίμωξη από Ελικοβακτηρίδο Πυλωρού <5%
Οισοφαγίτιδα 2-4%
Κακοήθειες Οισοφάγου 1-2 %
Αγγειεκτασίες γαστρικού άντρου 1-2%
Κακοήθειες λεπτού εντέρου 1-2%
Αιματουρία 1%
Λοιπά Αίτια <1%

Σιδηροθεραπεία

Οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες χωρίς παθολογική αιμορραγία της μήτρας μπορούν να μπουν σε θεραπεία με σίδηρο. 

Σε παιδιά και έγκυες γυναίκες, η θεραπεία με σίδηρο θα πρέπει να δοκιμάζεται αρχικά. Οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν εμπειρική θεραπεία σε παιδιά ηλικίας έως δύο ετών και σε έγκυες γυναίκες με σιδηροπενική αναιμία. Ωστόσο, εάν το επίπεδο αιμοσφαιρίνης δεν αυξηθεί κατά 1 g/dL μετά από ένα μήνα θεραπείας σε παιδιά ή δεν βελτιωθεί στις έγκυες γυναίκες, μπορεί να ενδείκνυται περαιτέρω αξιολόγηση. 

Στους ενήλικες, η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί για τρεις μήνες μετά τη διόρθωση της αναιμίας για να γίνει η αναπλήρωση των αποθεμάτων σιδήρου. 

Η παρεντερική θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που δεν μπορούν να ανεχθούν ή να απορροφήσουν από του στόματος σκευάσματα, όπως εκείνοι που έχουν υποβληθεί σε γαστρεκτομή, γαστροστομία, βαριατρική χειρουργική ή άλλες επεμβάσεις λεπτού εντέρου. 

Σε έγκυες γυναίκες, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η κακή συμμόρφωση ή η δυσανεξία της σιδηροθεραπείας και η παρεντερική χορήγηση σίδήρου μπορεί να έχει καλύτερη ανταπόκριση.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Johnson-Wimbley TD, Graham DY. Diagnosis and management of iron deficiency anemia in the 21st century. Therap Adv Gastroenterol. 2011;4(3):177-184.
  2. WHO Global Database on Anaemia. Worldwide Prevalence of Anaemia 1993–2005. Geneva, Switzerland: World Health Organization; 2008.
  3. Van Vranken M. Evaluation of microcytosis. Am Fam Physician. 2010;82(9):1117-1122.
  4. Goddard AF, James MW, McIntyre AS, Scott BB British Society of Gastroenterology. Guidelines for the management of iron deficiency anaemia. Gut. 2011;60(10):1309-1316.
  5. Knovich MA, Storey JA, Coffman LG, Torti SV, Torti FM. Ferritin for the clinician. Blood Rev. 2009;23(3):95-104.
  6. Galloway MJ, Smellie WS. Investigating iron status in microcytic anaemia. BMJ. 2006;333(7572):791-793.

Skikne BS, Punnonen K, Caldron PH, et al. Improved differential diagnosis of anemia of chronic disease and iron deficiency anemia: a prospective multicenter evaluation of soluble transferrin receptor and the sTfR/log ferritin index. Am J Hematol. 2011;86(11):923-927.

  1. Baker RD, Greer FR Committee on Nutrition, American Academy of Pediatrics. Diagnosis and prevention of iron deficiency and iron-deficiency anemia in infants and young children (0–3 years of age). Pediatrics. 2010;126(5):1040-1050.
  2. Liu K, Kaffes AJ. Iron deficiency anaemia: a review of diagnosis, investigation and management. Eur J Gastroenterol Hepatol. 2012;24(2):109-116.
  3. American College of Obstetricians and Gynecologists Committee on Adolescent Health Care; American College of Obstetricians and Gynecologists Committee on Gynecologic Practice. ACOG committee opinion no. 451: Von Willebrand disease in women. Obstet Gynecol. 2009;114(6):1439-1443.
  4. Fraser IS, Langham S, Uhl-Hochgraeber K. Health-related quality of life and economic burden of abnormal uterine bleeding. Expert Rev Obstet Gynecol. 2009;4(2):179-189.

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νεομάρτυρος Δημητρίου 1,
Tρίπολη

info@medanalysis.gr

2710 224245

SOCIAL