SARS-CoV-2 – Κορωνοϊός σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου τύπου 2 – Ερωτήσεις και απαντήσεις

COVID-19

ΜΕΤΑΔΟΣΗ

Πώς μεταδίδεται ο SARS-CoV-2 (ο ιός που προκαλεί το COVID-19);

H μετάδοση του SARS-CoV-2 από άνθρωπο σε άνθρωπο, πιστεύεται ότι συμβαίνει κυρίως μέσω αναπνευστικών σταγονιδίων (βήχας, φτέρνισμα ή ομιλία) και μοιάζει με την εξάπλωση της γρίπης. Η λοίμωξη μπορεί επίσης να επισυμβεί εάν ένα άτομο αγγίξει μια μολυσμένη επιφάνεια και έπειτα αγγίξει τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα του. Τα σταγονίδια συνήθως δεν ταξιδεύουν περισσότερο από δύο μέτρα. Ο βαθμός με τον οποίο ο SARS-CoV-2 μπορεί να μεταδοθεί μέσω της αερογενούς οδού και κατά πόσο αυτός ο τρόπος μετάδοσης έχει συμβάλει στην πανδημία είναι αμφιλεγόμενος.

Οι ασυμπτωματικοί ασθενείς έχουν χαμηλή μεταδοτικότητα, το ποσοστό μετάδοσης υπολογίζεται σε περίπου 2,2%. Οι συμπτωματικοί ασθενείς έχουν πενταπλάσιο ποσοστό μετάδοσης. Υπάρχουν και οι υπερμεταδότες που έχουν υψηλό ιικό φορτίο. Σημαντικός στόχος είναι ο εντοπισμός και περιορισμός των υπερμεταδοτών.

Ποια είναι η περίοδος επώασης για το COVID-19;

Η περίοδος επώασης για το COVID-19 πιστεύεται ότι είναι 14 ημέρες μετά την έκθεση, με τις περισσότερες περιπτώσεις να επισυμβαίνουν περίπου 4-5 ημέρες μετά την έκθεση.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ποια είναι η κλινική εικόνα του COVID-19;

Το φάσμα της νόσου που σχετίζεται με τον COVID-19 είναι ευρύ, και κυμαίνεται από μία ασυμπτωματική λοίμωξη έως μια απειλητική για τη ζωή αναπνευστική ανεπάρκεια. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, εμφανίζονται συνήθως περίπου 4-5 ημέρες μετά την έκθεση. Τα συμπτώματα είναι ήπια σε περίπου 80% των περιπτώσεων και συχνά περιλαμβάνουν πυρετό, κόπωση και ξηρό βήχα. Έχουν αναφερθεί επίσης διαταραχές της όσφρησης  και της γεύσης. Τα συμπτώματα από το γαστρεντερικό δεν αναφέρονται συχνά, αλλά μπορεί να είναι το χαρακτηριστικό έναρξης της νόσου σε ορισμένους ασθενείς. Ο πονοκέφαλος, η ρινόρροια και ο πονόλαιμος είναι λιγότερο συχνές.

Η δύσπνοια επηρεάζει περίπου το 20-30% των ασθενών και συνήθως εμφανίζεται 5-8 ημέρες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Η προοδευτική επιδείνωση από δύσπνοια σε σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) μπορεί να είναι γρήγορη και για το λόγο αυτό η έναρξη της δύσπνοιας είναι μια ένδειξη για νοσηλεία του ασθενούς.

Η πνευμονία είναι η πιο κοινή εκδήλωση σοβαρής νόσου. Το ARDS αναπτύσσεται στη μειοψηφία συμπτωματικών ασθενών και μπορεί να συσχετιστεί με Σύνδρομο Απελευθέρωσης Κυτταροκινών, το οποίο χαρακτηρίζεται από πυρετό, προοδευτική υποξία ή /και  υπόταση, και σημαντικά αυξημένους δείκτες φλεγμονής. Το ARDS είναι η κύρια αιτία θανάτου, ακολουθούμενη από σήψη, καρδιακές επιπλοκές και δευτερογενείς λοιμώξεις.

Το συνολικό ποσοστό θνησιμότητας των περιστατικών εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 2 -3%, αν και ποικίλλει πολύ ανάλογα με την ηλικία, και στην πραγματικότητα το ποσοστό είναι άγνωστο ακόμα. Σοβαρή και θανατηφόρος νόσηση μπορεί να εμφανιστεί σε οποιονδήποτε, αλλά ο κίνδυνος αυξάνεται δραματικά με την ηλικία και την παρουσία χρόνιων παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών παθήσεων, της πνευμονικής νόσου, του σακχαρώδη διαβήτη, της νεφρικής νόσου και του καρκίνου. Για όσους αναρρώνουν, η ασθένεια συχνά παρατείνεται και διαρκεί περίπου δύο εβδομάδες σε άτομα με ήπια νόσηση και τρεις έως έξι εβδομάδες σε άτομα με σοβαρή νόσηση.

Ποιοι παράγοντες σχετίζονται με το σοβαρό COVID-19;

Σοβαρή νόσηση μπορεί να εμφανιστεί και σε υγιή άτομα οποιασδήποτε ηλικίας, αλλά εμφανίζεται κυρίως σε ενήλικες με προχωρημένη ηλικία ή υποκείμενες  συννοσηρότητες. Οι συννοσηρότητες που σχετίζονται με σοβαρή νόσηση και θνησιμότητα περιλαμβάνουν:

● Καρδιαγγειακές παθήσεις

● Σακχαρώδη διαβήτη

● Υπέρταση

● Χρόνια πνευμονοπάθεια

● Καρκίνο

● Χρόνια νεφρική νόσο

● Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος ≥30)

● Κάπνισμα

Η ανοσοκαταστολή θεωρείται επίσης ότι αποτελεί παράγοντα κινδύνου για σοβαρή νόσηση και θνησιμότητα, αλλά αυτό δεν έχει ακόμη αποδειχθεί πλήρως σε μελέτες.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Υπάρχει τρόπος να διακρίνουμε κλινικά το COVID-19 από άλλες νόσους του αναπνευστικού, ιδιαίτερα από τη γρίπη;

Όχι, τα κλινικά χαρακτηριστικά του COVID-19 αλληλεπικαλύπτονται ουσιαστικά με τη γρίπη και άλλες ιώσεις του αναπνευστικού. Δεν υπάρχει τρόπος να γίνει διάκριση μεταξύ τους χωρίς εργαστηριακή εξέταση.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Ποιά εργαστηριακά ευρήματα παρατηρούνται συνήθως σε ασθενείς με COVID-19;

Συχνά εργαστηριακά ευρήματα μεταξύ νοσοκομειακών ασθενών με COVID-19 περιλαμβάνουν:

● Λεμφοπενία (αναφέρεται έως και 90 τοις εκατό)

● Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσαμινάσης (ALT)

● Αυξημένα επίπεδα γαλακτικής αφυδρογονάσης (LDH)

● Αυξημένους δείκτες φλεγμονής (π.χ. φερριτίνη, C-αντιδρώσα πρωτεΐνη και ταχύτητα καθίζησης ερυθρών)

Επιπρόσθετα έχουν  αναφερθεί διαταραχές στις εξετάσεις πήξης, αυξημένα επίπεδα προκαλσιτονίνης και αυξημένα επίπεδα τροπονίνης. Ο βαθμός διαταραχής αυτών των εξετάσεων τείνει να συσχετίζεται με τη σοβαρότητα της νόσου.

Ποιες είναι οι κύριες διαταραχές των εξετάσεων της πήξης σε ασθενείς με COVID-19;

Έχουν αναφερθεί ορισμένες εργαστηριακές διαταραχές, όπως υψηλό ινωδογόνο,  Δ-διμερή, ήπια παράταση του χρόνου προθρομβίνης (PT) και του ενεργοποιημένου μερικού χρόνου μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT). Οι μη φυσιολογικές εξετάσεις πήξης χρησιμοποιούνται κυρίως για την παρακολούθηση της κλινικής κατάστασης και για τον προσδιορισμό του επιπέδου φροντίδας στο νοσοσκομείο. Πολύ υψηλά Δ-διμερή σχετίζονται με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας. Τα άτυπα ευρήματα (π.χ. σοβαρή θρομβοπενία) θα πρέπει να αξιολογηθούν περαιτέρω.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Ποιοι είναι οι διαφορετικοί τύποι δοκιμών για το COVID-19;

Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι εξετάσεων για τον COVID-19

● Εξετάσεις ενίσχυσης νουκλεϊκών οξέων (NAATs, π.χ., αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης ανάστροφης μεταγραφής [RT-PCR]). Η RT-PCR για SARS-CoV-2 είναι η κύρια εξέταση που χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της ενεργού νόσου του COVID-19. Η εξέταση πραγματοποιείται συνήθως σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα, αλλά μπορεί επίσης να πραγματοποιηθεί και σε άλλα δείγματα της αναπνευστικής οδού (π.χ. στοματοφαρυγγικά επιχρίσματα και δείγματα της κατώτερης αναπνευστικής οδού). Η ευαισθησία και η ειδικότητα είναι γενικά υψηλή, αν και η απόδοση ποικίλλει ανάλογα με τη αναλυτική διαδικασία που χρησιμοποιείται, την ποιότητα του δείγματος και τη διάρκεια της νόσου.

● Ορολογικές εξετάσεις – Οι ορολογικές εξετάσεις μετρούν τα αντισώματα έναντι του SARS-CoV-2 και χρησιμοποιούνται κυρίως για τον εντοπισμό ασθενών που είχαν COVID-19 στο παρελθόν, καθώς και ασθενών με τρέχουσα λοίμωξη που είχαν συμπτώματα για τρεις έως τέσσερις εβδομάδες. Η ευαισθησία και η ειδικότητα είναι πολύ μεταβλητές και έχουν αναφερθεί διασταυρούμενες αντιδράσεις με άλλους κορωνοϊούς.

Οι εξετάσεις ταχείας ανίχνευσης αντιγόνου μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση της ενεργού λοίμωξης και συνήθως πραγματοποιούνται σε ρινοφαρυγγικά ή ρινικά επιχρίσματα. Τα δεδομένα σχετικά με την απόδοσή τους είναι περιορισμένα και γενικά θεωρούνται λιγότερο ευαίσθητα σε σχέση με τις μοριακές εξετάσεις.

Ποιες είναι οι ενδείξεις για τον έλεγχο ασυμπτωματικών ατόμων;

Οι ενδείξεις για την εξέταση ασυμπτωματικών ατόμων περιλαμβάνουν: στενή επαφή με άτομο που νόσησε από COVID-19, έλεγχο σε ιδρύματα ή χώρους μαζικής συγκέντρωσης (π.χ. εγκαταστάσεις μακροχρόνιας φροντίδας, φυλακές, καταφύγια αστέγων) και εξέταση νοσοκομειακών ασθενών σε περιοχές με υψηλό επιπολασμό.  Ο έλεγχος μπορεί επίσης να ενδείκνυται πριν από χειρουργεία ή εξετάσεις που παράγουν αερολύματα και πριν από τη λήψη ανοσοκαταστολής.

Πότε είναι η καλύτερη στιγμή εξέτασης για COVID-19 μετά από έκθεση;

Ο βέλτιστος χρόνος εξέτασης για COVID-19 μετά την έκθεση είναι αβέβαιος. Συνιστάται πέντε έως επτά ημέρες μετά την έκθεση με βάση τη μέση περίοδο επώασης

ΚΑΤ ‘ΟΙΚΟΝ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

Ποιες συμβουλές πρέπει να δοθούν σε ασθενείς με γνωστό ή υποτιθέμενο COVID-19 που διαχειρίζονται στο σπίτι;

Στη διαχείριση περιστατικών στο σπίτι σημαντικά στοιχεία είναι η έγκαιρη ταυτοποίηση των κρουσμάτων και η διαστρωμάτωση του κινδύνου. Τα κλινικά σημεία, η χρησιμοποίηση οξυμέτρου κατ’ οίκον και η χρήση ηλεκτρονικών τεχνολογιών είναι σημαντικοί παράμετροι. Oι συμβουλές αφορούν:

● Υποστηρικτική φροντίδα με αντιπυρετικά / αναλγητικά (π.χ. παρακεταμόλη) και ενυδάτωση

● Στενή τηλεφωνική επαφή με τον  γιατρό

● Παρακολούθηση της κλινικής επιδείνωσης, ιδιαίτερα της ανάπτυξης νέας ή επιδεινούμενης δύσπνοιας, η οποία αναμένεται να οδηγήσει σε κλινική αξιολόγηση και πιθανή νοσηλεία.

● Απομόνωση από τα άλλα μέλη του σπιτιού, συμπεριλαμβανομένων των κατοικίδιων ζώων (π.χ. διαμονή σε ξεχωριστό δωμάτιο όταν είναι δυνατόν και χρήση μάσκας στο ίδιο δωμάτιο)

● Συχνό πλύσιμο χεριών για όλα τα μέλη της οικογένειας

● Συχνή απολύμανση επιφανειών που αγγίζονται συνήθως

Πόσο καιρό θα πρέπει να είναι απομονωμένοι οι ασθενείς που αναρρώνουν στο σπίτι;

Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Ηνωμένων Πολιτειών (CDC) έχουν εκδώσει συστάσεις για τη διακοπή της απομόνωσης στο σπίτι. Προτιμάται μια στρατηγική χωρίς εξέταση για τους περισσότερους ασθενείς.

Για συμπτωματικούς ασθενείς που αναρρώνουν στο σπίτι, η απομόνωση μπορεί συνήθως να διακοπεί όταν πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια:

● Έχουν περάσει τουλάχιστον 10 ημέρες από την εμφάνιση των συμπτωμάτων ΚΑΙ

● Έχει περάσει τουλάχιστον μία ημέρα (24 ώρες) από το τελευταίο πυρετικό κύμα  χωρίς τη χρήση αντιπυρετικών φαρμάκων  ΚΑΙ

● Υπάρχει βελτίωση στα συμπτώματα (π.χ. βήχας, δύσπνοια)

Για εκείνους που είχαν σοβαρή νόσηση ή ήταν σοβαρά ανοσοκατεσταλμένοι, η διάρκεια της απομόνωσης μπορεί να χρειαστεί να παραταθεί.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς μπορεί να είχαν επιβεβαιωμένο εργαστηριακά COVID-19 αλλά δεν είχαν συμπτώματα όταν ελέγχθηκαν. Σε αυτούς τους ασθενείς, η απομόνωση στο σπίτι μπορεί να διακοπεί χρησιμοποιώντας μια στρατηγική βάσει χρόνου (όταν έχουν περάσει τουλάχιστον 10 ημέρες από την ημερομηνία του πρώτου θετικού τεστ COVID-19), αρκεί να μην υπάρχουν ενδείξεις μεταγενέστερης ασθένειας.

Ποια είναι η σημασία μιας διαρκώς θετικής RT-PCR για εβδομάδες μετά την ασθένεια;

Οι ασθενείς που έχουν διαγνωστεί με COVID-19 μπορεί να έχουν ανιχνεύσιμο RNA SARS-CoV-2 σε δείγματα ανώτερης αναπνευστικής οδού για εβδομάδες μετά την έναρξη των συμπτωμάτων. Ωστόσο, η παρατεταμένη ανίχνευση του RNA του ιού δεν σημαίνει απαραίτητα παρατεταμένη μολυσματικότητα. Σύμφωνα με το CDC, η ανίχνευση του ιού σε περισσότερες από 10 ημέρες μετά την έναρξη της ασθένειας είναι σπάνια σε ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει.

Δεν υπάρχει τυποποιημένη προσέγγιση στη διαχείριση ασθενών με επίμονα θετική RT-PCR 10 ημέρες ή περισσότερο μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων. Εντούτοις, αυτοί οι ασθενείς θεωρούνται γενικά ότι έχουν χαμηλή μολυσματικότητα, ιδιαίτερα μετά από ήπια έως μέτρια νόσηση και απουσία ανοσοκαταστολής. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο για τους περισσότερους ασθενείς συστήνονται προσεγγίσεις βάσει των συμπτωμάτων και του χρόνου που έχει περάσει για τη διακοπή των προφυλάξεων.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο νέος αυτός ιός αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε όλο τον κόσμο. Σημαντικές ερευνητικές προσπάθειες προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα και κυρίως εστιάζουν τόσο στην ανεύρεση κατάλληλου εμβολίου , όσο και μίας τεκμηριωμένης «ιδανικής θεραπείας», που θα σημάνουν το τέλος της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων προστασίας που επιβάλλονται παγκόσμια.

Tip: Ενημερωθείτε σχετικά με τις Ομοιότητες & Διαφορές ανάμεσα στην Γρίπη και τον Κορωνοϊό.

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νεομάρτυρος Δημητρίου 1,
Tρίπολη

info@medanalysis.gr

2710 224245

SOCIAL